Καθ’ όλη τη διάρκεια της Οικονομικής Κρίσης, αλλά ιδιαίτερα κατά την  τελευταία διετία, έχει κατ’ επανάληψη τεθεί το ερώτημα αν η λύση για τα αδιέξοδα προβλήματα της χώρας θα ήταν ίσως η αποχώρηση από το Ευρώ και η εισαγωγή εθνικού νομίσματος, ή ίσως ακόμη η υιοθέτηση ενός «παράλληλου» νομίσματος ταυτόχρονα με το Ευρώ. Ποιος θα ξεχάσει το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015, όταν Πολιτική Ηγεσία, Ακαδημαϊκή κοινότητα στο εσωτερικό και διεθνώς, αλλά και η κοινωνία στο σύνολό της, ταλαντεύονταν μέσα στο δίλημμα και επιχειρηματολογούσαν προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Δυστυχώς κατά το διαρρεύσαν έκτοτε χρονικό διάστημα, το ερωτηματικό αυτό ουδέποτε απομακρύνθηκε οριστικά. Βασιζόμενοι κυρίως στις αδιέξοδες και αμφίσημες πολιτικές που ακολουθούνται από το Πολιτικό προσωπικό της χώρας, διάφοροι κύκλοι που τα πολιτικά ή άλλα συμφέροντά τους υπηρετούνται από τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, ανακινούν το ζήτημα σε κάθε ευκαιρία. Στόχος δικός μας δεν είναι να ταχθούμε τεχνικά υπέρ της μίας ή της άλλης πρότασης, καθόσον για εμάς το ερώτημα είναι επαρκώς και αταλάντευτα απαντημένο προς την κατεύθυνση της παραμονής στο κοινό Ευρωπαϊκό νόμισμα. Θέλουμε όμως να διερευνήσουμε το γιατί αυτό το ερώτημα γεννήθηκε και παραμένει ζωντανό για τη χώρα μας, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβη σε καμία άλλη χώρα της Ευρωζώνης, ισχυρότερη ή ασθενέστερη από την δική μας, παρά τα όποια παραπλήσια με τα δικά μας προβλήματα αντιμετώπισε, ή και συνεχίζει να αντιμετωπίζει.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κατά την άποψή μας προφανής αλλά και απογοητευτική ταυτόχρονα. Είναι η παντελής έλλειψη Αξιοπιστίας διαχρονικά, όπως αυτή καταγράφεται σε όλο το φάσμα της πολιτικής έκφρασης των δυνάμεων που κυριαρχούν στον Τόπο κατά την τελευταία τουλάχιστον εικοσαετία. Και είναι ακριβώς αυτή η Αναξιοπιστία που παραμονεύει σε κάθε κρίσιμη καμπή της διαδρομής της χώρας, για να εκθρέψει κινδύνους και να διακυβεύσει προσπάθειες και επιτεύγματα δεκαετιών.

Μία πρώτη ιδιαιτέρως βαρύνουσα καταγραφή έλλειψης Αξιοπιστίας στην Πολιτική διακυβέρνηση και στην εξωτερική Οικονομική Πολιτική των Κυβερνήσεων, συντελέσθηκε στην διαβόητη διεθνώς πλέον παραποίηση των Στατιστικών στοιχείων ελλείμματος και χρέους, πάνω στα οποία στηρίχθηκε η είσοδος της Χώρας στην Ευρωζώνη. Ο χειρισμός αυτός αναμφισβήτητα απαιτούσε την σύμπραξη ή την αδράνεια και άλλων διεθνών φορέων και οργανισμών. Όταν όμως το γεγονός αυτό διαπιστώθηκε και τεκμηριώθηκε μετά την πάροδο σχεδόν μίας δεκαετίας, ως δακτυλοδεικτούμενη παρέμεινε μόνη της η Ελλάδα, για να σπεύσουν όλοι, εχθροί και φίλοι, να της αποδώσουν τον χαρακτηρισμό του «Αναξιόπιστου Εταίρου». Είχαν φυσικά μεσολαβήσει και άλλοι ανάλογοι χειρισμοί το 2004 και το 2007 με τις αλησμόνητες «Απογραφές» που οδήγησαν στην είσοδο, έξοδο και ακολούθως επανείσοδο της χώρας σε δημοσιονομική εποπτεία από τους Εταίρους της.

Για να έλθει ως κορυφαίο επιστέγασμα αυτής της αναξιόπιστης διαδρομής η είσοδος της χώρας σε αλλεπάλληλους μνημονιακούς κύκλους, που συνοδεύονται από αναξιόπιστους προϋπολογισμούς που ποτέ δεν επιτυγχάνουν τους στόχους, από Στατιστικά στοιχεία ελλείμματος και ύφεσης που ασταμάτητα αναθεωρούνται, εκθέτοντας την χώρα σε μία διαρκή διεθνή χλεύη και υποτάσσοντάς την έτσι σε διαρκώς πιο επώδυνη δημοσιονομική προσαρμογή.

Όμως και στο εσωτερικό της χώρας, στην καθημερινότητα του απλού Πολίτη εκδηλώνεται η ίδια παντελής έλλειψη Αξιοπιστίας εκ μέρους των Κυρίαρχων Πολιτικών δυνάμεων. Με αλλεπάλληλες διαψεύσεις υποσχέσεων, με ανερυθρίαστη κοροϊδία αναφορικά με τις περικοπές μισθών και συντάξεων και, εντέλει, με έναν Πολιτικό Λόγο που διακυβεύει απροσχημάτιστα την εμπιστοσύνη των Πολιτών απέναντι στους θεσμούς, την κυριαρχία του κράτους δικαίου αλλά και, το χειρότερο όλων, απέναντι στο ίδιο το Πολιτικό σύστημα της χώρας.

Έχοντας διατυπώσει όλα τα παραπάνω, δεν μας μένει παρά να «εγκαλέσουμε» το Πολιτικό προσωπικό της χώρας, να αφήσει την άνευ βάσης και αντικρίσματος αναζήτηση νομισματικών τριτοκοσμικών διαδρομών για το μέλλον του Τόπου, και με συναίνεση, Εθνική σοβαρότητα και Πολιτική μετριοπάθεια να εισάγει άμεσα την καθολική χρήση του «Πολιτικού Νομίσματος» της Αξιοπιστίας προς κάθε κατεύθυνση, για να αποφύγουμε έτσι έστω και την ύστατη στιγμή την επαπειλούμενη αμετάκλητη κατάρρευση της Κοινωνίας μας συνολικά.